Κείμενα

Ο Μακαρθισμός στο Holywood!

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Πολιτική Γενικά

resized

ο Μακαρθισμός άρχισε να αναπτύσσεται το 1947, στις πρώτες κιόλας μέρες του Ψυχρού Πολέμου, περίοδο όπου στις ΗΠΑ κυριαρχούσε η φοβία του κομμουνισμού, όταν με τη δημιουργία της Επιτροπής των Αντιπροσώπων για Αντιαμερικανικές Ενέργειες, με πρόεδρο τον Τζέι Παρνέλ Τόμας, άρχισαν οι διαβόητες ακροάσεις (στην πραγματικότητα δίκες), πρώτα το 1947 και στη συνέχεια 1951, οι οποίες κράτησαν ώς τα μέσα της δεκαετίας του '50, για την ανακάλυψη της «κομμουνιστικής διείσδυσης», όπου άνθρωποι από τον χώρο του θεάματος αλλά και την πολιτική κι αλλού, έμπαιναν, με την υποψία ότι ήταν κομμουνιστές ή απλώς αριστερών φρονημάτων, στη «μαύρη λίστα», για να βρεθούν χωρίς δουλειά ή και να φυλακιστούν, όπως στην περίπτωση των «10 του Χόλιγουντ». Η μέθοδος που ακολουθούσε στις ακροάσεις της η επιτροπή ήταν ένα είδος «κυνηγιού μαγισσών», που στηριζόταν σε αμφίβολες ή και ύποπτες αποδείξεις και που πολύ έξυπνα ο μεγάλος Αμερικανός δραματουργός Αρθουρ Μίλερ, κυνηγημένος κι ο ίδιος από την επιτροπή, θα καυτηριάσει στο θεατρικό του έργο «Οι μάγισσες του Σάλεμ».

Παρ' όλο που η Επιτροπή άπλωσε τα δίχτυα της για έρευνες σε διάφορες βιομηχανίες, το Χόλιγουντ, εξαιτίας του υψηλού προφίλ του ως το πιο αποτελεσματικό μέσο επιρροής στη σκέψη του κοινού, έγινε το βασικό της στόχαστρο. Στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, που είχε αρχίσει να δημιουργείται με τις δοκιμές των Σοβιετικών για τη δημιουργία ατομικής βόμβας, κι ενώ η Αμερική βρισκόταν στα πρόθυρα του πολέμου της Κορέας, πρώτα η επιτροπή με πρόεδρο τον Παρνέλ Τόμας και στη συνέχεια η Υποεπιτροπή Ερευνών της Κυβερνητικής Επιτροπής Επιχειρήσεων της Αμερικανικής Γερουσίας, με πρόεδρο τον φιλόδοξο για αυτοπροβολή γερουσιαστή Τζότζεφ Μακάρθι (και με ένα από τα μέλη της τον γερουσιαστή της Καλιφόρνια, Ρίτσαρντ Νίξον), βρήκαν το κατάλληλο έδαφος για να στρέψουν τα πυρά τους εναντίον του Χόλιγουντ, υποστηρίζοντας πως οι κομμουνιστές και οι υποστηρικτές τους χρησιμοποιούσαν τη βιομηχανία του κινηματογράφου για να περάσουν ανατρεπτικά μηνύματα και μια αρνητική εικόνα της Αμερικής στις ταινίες, προωθώντας έτσι τη σοβιετική προπαγάνδα. Βασικοί στόχοι της Επιτροπής στις 9 μέρες των ανακρίσεων που διεξήγαγε στο Χόλιγουντ ήταν: α) να αποδείξει ότι στο Σωματείο των Σεναριογράφων υπήρχαν και μέλη κομμουνιστές και β) να δείξει πως οι σεναριογράφοι αυτοί ήταν ικανοί να εισαγάγουν ανατρεπτική προπαγάνδα στις ταινίες του Χόλιγουντ. Ακόμη, ένας τρίτος στόχος ήταν να δείξει, σύμφωνα με τον Παρνέλ Τόμας, πως ο πρόεδρος Ρούζβελτ είχε ενθαρρύνει το γύρισμα προ-σοβιετικών ταινιών στη διάρκεια του πολέμου. Παρ' όλο που κανένας από τους στόχους αυτούς της επιτροπής δεν αποδείχτηκε με συγκεκριμένα στοιχεία, οι μέθοδοι της επιτροπής λειτούργησαν έτσι ώστε περίπου 500 καλλιτέχνες του Χόλιγουντ να βρεθούν στη «μαύρη λίστα» και να χάσουν τη δουλειά τους, ενώ ορισμένοι άλλοι (ανάμεσα τους και οι Τσάρλι Τσάπλιν, Ζυλ Ντασσέν, Τζόζεφ Λόουζι κ.ά.) να εγκαταλείψουν το Χόλιγουντ.

Στην πραγματικότητα, στόχος της επιτροπής δεν ήταν τόσο να αποδείξει ανατρεπτική κομμουνιστική διείσδυση στον χώρο του κινηματογράφου όσο να αποτρέψει το Χόλιγουντ από το να φτιάχνει ταινίες που έδειχναν το αληθινό πρόσωπο της Αμερικής, καταγράφοντας με ρεαλιστικό τρόπο την πραγματικότητα και τα προβλήματα της τότε κοινωνίας, κάνοντας ταυτόχρονα έκκληση για κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Οι αριστεροί καλλιτέχνες του Χόλιγουντ (ηθοποιοί, σεναριογράφοι, σκηνοθέτες), επηρεασμένοι από τη φιλελεύθερη πολιτική του New Deal του Φραγκλίνου Ρούσβελτ, πίστευαν σε μια αληθινά δημοκρατική, φιλελεύθερη Αμερική. Ηταν ακριβώς αυτές τις δημοκρατικές και λαϊκίστικες θέσεις, στο πνεύμα πάντα του «New Deal», που προωθούσαν ακόμη κι εκείνοι που είχαν προσηλυτιστεί στον κομμουνισμό, οι οποίοι αντίθετα απέφευγαν, σύμφωνα με υποδείξεις του κόμματος, να προβάλλουν τις κομμουνιστικές απόψεις τους στις ταινίες.

Οι σεναριογράφοι ήταν πρώτοι στο στόχαστρο τόσο της επιτροπής -φτάνει ν' αναφέρω πως το 60% των μαρτύρων που κλήθηκαν να καταθέσουν στις επιτροπές όσο και το 60% των μαυροπινακισμένων εργατών του Χόλιγουντ ήταν σεναριογράφοι και μόνο το 25% ήταν ηθοποιοί- ενώ ακολουθούσαν οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί. Αρχή έγινε με τους «Δέκα του Χόλιγουντ»: Ντάλτον Τράμπο, Εντουαρντ Ντμίτρικ, Εντριαν Σκοτ, Χέρμπερτ Τζ. Μπίμπερμαν, Ρινγκ Λάρντνερ Τζούνιορ, Αλβα Μπέσι, Λέστερ Κόουλ, Τζον Χάουορντ Λόσον, Αλμπερτ Μαλτζ και Σάμιουελ Ορνιτζ. Δέκα γνωστά ονόματα του Χόλιγουντ της εποχής που είχαν γράψει σενάρια ή και σκηνοθετήσει εκατοντάδες ταινίες, αρκετές από τις οποίες είχαν βραβευτεί: «Κίτι Φόιλ» (1940, Οσκαρ ερμηνείας στην Τζίντζερ Ρότζερς και υποψήφια για άλλα 4 Οσκαρ), «Παράξενη αποστολή» (1943, υποψήφια για Οσκαρ), «Πονεμένη μητέρα» (1943), «Τριάντα δευτερόλεπτα πάνω απ' το Τόκιο» (1944, βραβευμένη με Οσκαρ), «Our vines have tender grapes, 1945», του πιο γνωστού και ακριβοπληρωμένου σεναριογράφου Ντάλτον Τράμπο, «Η γυναίκα της χρονιάς» (1942, Οσκαρ σεναρίου), «Ο Σταυρός της Λορένης» (1943) και «Αμπέρ για πάντα» του σεναριογράφου Ρινγκ Λάρντνερ Τζούνιορ, «Τα παιδιά του Χίτλερ» (1943), «Ραντεβού με τον θάνατο» (1944), «Διασταυρούμενα πυρά» 1947, υποψήφια για 5 Οσκαρ - βραβείο καλύτερης κοινωνικής ταινίας στις Κάνες), «give us this day, 1949» του σκηνοθέτη Εντουαρντ Ντμίτρικ, «Ο κατάσκοπος του Βορρά» (1943) και «Λαίλαψ στην Μπούρμα» (1945, υποψήφια για 3 Οσκαρ) σε σενάριο του Αλβα Μπέσι, που συμμετείχε στις Διεθνείς Ταξιαρχίες κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, «Αποκλεισμός» (1938, υποψήφια για 2 Οσκαρ), «Νηοπομπή στο Μούρμανσκ» (1943 - υποψήφια για 1 Οσκαρ), «Σαχάρα» (1943), σε σενάριο του Τζον Χάουορντ Λόσον, «Η αγάπη του γκάνγκστερ» (1942), «Επιχείρηση Τόκιο» (1943), «Τυφλός εραστής» (1945), «Γυμνή πόλη» (1948, σκηνοθεσία: Ζυλ Ντασσέν, βραβευμένη με 2 Οσκαρ και υποψήφια για άλλο 1), σε σενάριο του Αλμπερτ Μαλτζ.

Οι πρώτες κλητεύσεις της επιτροπής προς τους «Δέκα του Χόλιγουντ» προκάλεσαν σφοδρή αντίδραση από τους παράγωγους και τα στούντιο, που προσπάθησαν να προστατέψουν τους σεναριογράφους και τους σκηνοθέτες τους από τα πυρά της επιτροπής. Ο Ερικ Τζόνστον, πρόεδρος του Συνδέσμου των Αμερικάνων Παραγωγών, τόνισε πως «δεν θα συμμετείχε σε οτιδήποτε αντιαμερικανικό όπως η μαύρη λίστα». Αργότερα όμως, ενώ οι σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και το σοβιετικό μπλοκ χειροτέρευαν και ο Ψυχρός Πόλεμος έφτανε στο απόγειο του, αναγκάστηκαν να συνεργαστούν. Στην πρώτη αυτή περίοδο ορισμένες ομάδες έδειξαν πρακτικά την αντίδραση τους στην παρέμβαση της επιτροπής, όπως με τη μεγάλη πορεία στην Ουάσιγκτον, την οποία οργάνωσαν οι άνθρωποι του Χόλιγουντ, με επικεφαλής τους Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Λόρεν Μπακόλ, Ντάνι Κει, Τζον Χιούστον, Στέρλινγκ Χέιντεν, Τζέιν Γουάιατ, Τζεραλντίν Μπρουκς, Αίρα Γκέρσουιν, Ρίτσαρντ Κόντε, Πολ Χενράιτ και άλλους, αν και αργότερα ορισμένοι υποχώρησαν υποστηρίζοντας ότι είχαν εξαπατηθεί από το Κ.Κ.
Μόλις όμως οι Δέκα εμφανίστηκαν μπροστά στην επιτροπή, 50 παραγωγοί των μεγάλων εταιρειών, μ' επικεφαλής τον Ερικ Τζόνστον, φοβούμενοι πως οι ανακρίσεις θα είχαν αρνητικό αντίκτυπο στο μποξ-όφις, μαζεύτηκαν κρυφά για δύο μέρες στο ξενοδοχείο «Γουόλντορφ», για να συζητήσουν τρόπους ν' αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Ενώ, στις 25 Νοεμβρίου (μία μέρα αφότου η Επιτροπή ενέκρινε την καταγγελία των Δέκα για προσβολή της επιτροπής) ο Τζόνστον εξέδωσε ανακοίνωση στον Τύπο εκ μέρους των υπόλοιπων αφεντικών των μεγάλων στούντιο, γνωστή ως «η ανακοίνωση Γουόλντορφ», σύμφωνα με την οποία έθεταν τους Δέκα του Χόλιγουντ σε διαθεσιμότητα, χωρίς πληρωμή, δηλώνοντας ότι «δεν θα προσλάβουμε ενσυνείδητα έναν κομμουνιστή ή μέλος κόμματος ή ομάδας που υποστηρίζει την ανατροπή της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών...». Ανακοίνωση που εξέφραζε τη συνθηκολόγηση τους με τις απόψεις της επιτροπής του Μακάρθι και την απαρχή της εμφάνισης της μαύρης λίστας, σύμφωνα με την οποία στα επόμενα τουλάχιστον δέκα χρόνια εκατοντάδες άνθρωποι που εργάζονταν στο Χόλιγουντ θα βρίσκονταν ξαφνικά χωρίς δουλειά.

Στους «Δέκα» που κλήθηκαν να αποκαλύψουν την τυχόν δράση τους και να καταδώσουν ονόματα συνεργατών και φίλων τους, τέθηκε η περιβόητη «ερώτηση των 64 δολαρίων», όπως έγινε γνωστή: «Είσαι τώρα ή υπήρξες ποτέ μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ηνωμένων Πολιτειών;». Σε περίπτωση που κάποιος αρνιόταν να απαντήσει κινδύνευε να κατηγορηθεί για ψευδορκία. Αν παραδεχόταν ότι υπήρξε μέλος, αυτό σήμαινε πως ήταν αναγκασμένος να ονομάσει και άλλους συντρόφους του, πράγμα που σήμαινε πως θα γινόταν καταδότης και πως και οι δυο τους θα έμπαιναν στη μαύρη λίστα και θα έχαναν αμέσως τη δουλειά τους. Ή μπορούσε να αρνηθεί να απαντήσει, στηρίζοντας τη στάση του στην Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος, που επέτρεπε στον πολίτη να αρνείται να αποκαλύψει τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις του. «Επιθυμώ να απαντήσω στην ερώτηση σας λέγοντας ότι αυτό εμπεριέχει μια σοβαρή ερώτηση σχετικά με τη συνείδηση μου», απάντησε ο Σαμ Ορνιτζ σε ερώτηση του προέδρου της Επιτροπής Τζέι Παρνέλ Τόμας. «Θέλω να πω ότι εγείρετε ένα σοβαρό ερωτηματικό συνείδησης για μένα όταν μου ζητάτε να ενεργήσω συντονισμένα με σας για να παραμερίσουμε το Σύνταγμα...».

Ενώ ο πρόεδρος της επιτροπής επενέβη, λέγοντας: «Ο μάρτυρας τελείωσε, μακριά από το μικρόφωνο!» Καταπατώντας με αυτό τον τρόπο το Σύνταγμα, η επιτροπή, παίζοντας τον ρόλο εισαγγελέα και δικαστή, κατήγγειλε τους «κατηγορουμένους» (τους οποίους συχνά εμπόδιζε και ν' απολογηθούν) για προσβολή του Κογκρέσου, με αποτέλεσμα να καταδικαστούν και να φυλακιστούν από έξι μήνες μέχρι ένα χρόνο.

Μία από τις ταινίες στο στόχαστρο των μακαρθιστών ήταν «Η αποστολή στη Ρωσία» («Mission to Moscow», 1941). Ταινία που ο Τζακ Γουόρνερ, το πανίσχυρο αφεντικό της «Γουόρνερ Μπρος», είχε αναλάβει να γυρίσει με εντολή της κυβέρνησης του Ρούζβελτ σε μια περίοδο που η Σοβιετική Ένωση ήταν σύμμαχος των ΗΠΑ και μια τέτοια ταινία θα βοηθούσε την πολιτική του «New Deal» και τον αγώνα κατά του φασισμού, σε μια περίοδο που στις ΗΠΑ εξακολουθούσε να κυριαρχεί το πνεύμα της «απομόνωσης». Καθαρά κομμουνιστική προπαγάνδα δεν υπήρχε σε καμία ταινία και η επιτροπή κατέφευγε σε αστεία παραδείγματα για να δείξει την κομμουνιστική διείσδυση στον χώρο του κινηματογράφου. Στο «Τραγούδι της Ρωσίας» («The song of Russia», 1944) του Γκρέγκορι Ράτοφ, για παράδειγμα, τους ενόχλησε το ότι τα παιδιά των Ρώσων χαμογελούσαν (άρα ήταν ευτυχισμένα!). Οπως και όταν οι Ρώσοι εργάτες φώναζαν «ταβάριτς» («σύντροφε») στους Αμερικανούς ναύτες που με τα πλοία τους είχαν καταφέρει να διαφύγουν από τον αποκλεισμό των γερμανικών υποβρυχίων και έμπαιναν σε σοβιετικό λιμάνι, στην ταινία «Νηοπομπή στο Μούρμανσκ» του Λόιντ Μπέικον.
Άλλη μία ταινία που αναφέρθηκε στις ακροάσεις ήταν η «Πονεμένη μητέρα» (1943) του Εντουαρντ Ντμίτρικ, σε σενάριο του Ντάλτον Τράμπο, επειδή η πρωταγωνίστρια, Τζίντζερ Ρότζερς «υποχρεώθηκε» (όπως ανάφερε η μητέρα της στην κατάθεση της στην επιτροπή) να φωνάξει «να τα μοιραστούμε όλα, αυτό θα πει δημοκρατία»! Τα πυρά της επιτροπής δεν περιορίστηκαν στους Δέκα του Χόλιγουντ, αλλά στράφηκαν σε καλλιτέχνες και γενικότερα σε άτομα απ' όλους τους κλάδους της κινηματογραφίας, που ξεπερνούσαν τα 500, ανάμεσα τους προσωπικότητες όπως οι Τσάρλι Τσάπλιν, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ζυλ Ντασσέν, Ααρον Κόπλαντ, Χανς Α'ίσλερ, Αβραάμ Πολόνσκι, Τζον Μπέρι, Τζον Γκάρφιλντ, Τζόζεφ Λόουζι, Εντουαρντ Ρόμπινσον, Κλίφορντ Οντετς, Λάρι Παρκς, Πολ Ρόμπσον, Ντανιέλ Χάμετ, Λίλιαν Χέλμαν, Στέρλινγκ Χέιντεν, Ερβιν Σο, Ορσον Γουέλς, Μάικλ Γουίλ-σον, Τζούντι Χόλιντεϊ, Μάρτιν Ριτ, Πολ Τζάρικο, Γουίλ Γκιρ, Αι Γκραντ, Μάρσα Χαντ, Μπέρτζες Μέρεντιθ, Χάουορντ ντα Σίλβα, Τζέρι Φίλντινγκ, Αν Ρεβίρ, Γκέιλ Σόντεργκαρντ, Πιτ Σίγκερ, Ζερό Μόστελ και άλλοι.

Μετά την καταδίκη των Δέκα, για να αποφύγουν καταδίκη και φυλάκιση τους για «προσβολή του Κογκρέσου» όλοι οι επόμενοι «εχθρικοί» μάρτυρες στήριζαν την άρνηση τους να απαντήσουν στην ερώτηση της Επιτροπής στην Πέμπτη Τροπολογία του Συντάγματος, που τους προστάτευε από να ενοχοποιήσουν τον εαυτό τους. Βέβαια, αυτό ήταν αρκετό για να χάσουν τη δουλειά τους. Έτσι πολλοί είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στο «να σέρνονται μέσα στη λάσπη για να γίνουν καταδότες», όπως ανέφερε ο μαυροπινακισμένος ηθοποιός Λάρι Παρκς, ή να γίνουν «κομμουνιστές της Πέμπτης Τροπολογίας», όπως συχνά τους αποκαλούσε ο γερουσιαστής Μακάρθι. Ο μόνος που δέχτηκε να απαντήσει στην ερώτηση της Επιτροπής ήταν ο διάσημος Γερμανός δραματουργός Μπέρτολτ Μπρεχτ, αρνούμενος ότι υπήρξε ποτέ κομμουνιστής, ενώ στη συνέχεια, αηδιασμένος, επέστρεψε στην Ανατολική Γερμανία για να συνεχίσει εκεί το εξαιρετικό έργο του.

Στην κατάθεση του στην επιτροπή όπου κλήθηκε για ανάκριση, κατάθεση την οποία η επιτροπή τού αρνήθηκε να διαβάσει, ο Γερμανός δραματουργός Μπέρτολτ Μπρεχτ τόνιζε πως «ο μεγάλος αμερικανικός λαός θα έχανε πολλά και θα διακινδύνευε πολλά αν επέτρεπε σε οποιονδήποτε να περιορίσει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στον πολιτιστικό τομέα», ενώ σε άρθρο του, όταν επέστρεψε στη Γερμανία, ανέφερε πως το χειρότερο για έναν «μαυροπινακισμένο» δεν ήταν η φυλακή αλλά να μείνει άνεργος, η χειρίστη των ποινών στη «χώρα του δολαρίου», ενώ, μιλώντας για την καταπάτηση του αμερικανικού Συντάγματος από την επιτροπή, επισήμανε ειρωνικά πως «αυτό γράφτηκε σε μια εποχή που η θεά της ελευθερίας κρατούσε μια λάμπα λαδιού στο χέρι της, όχι στο πρόσωπο της».

Στην πιο διάσημη καταγγελία που έγινε στην περίοδο του Μακαρθισμού, ο μεγάλος Αϊνστάιν έλεγε: «Κάθε διανοούμενος που καλείται να καταθέσει σε οποιαδήποτε επιτροπή πρέπει να αρνείται να καταθέτει, δηλαδή πρέπει να είναι προετοιμασμένος για φυλακή και οικονομική καταστροφή, εν ολίγοις, να θυσιάσει την προσωπική του ευημερία για χάρη της πολιτιστικής ευημερίας της χώρας του», τονίζοντας πως «είναι ντροπή για έναν άμεμπτο πολίτη να υποβληθεί σε μια τέτοια ιεροεξεταστική διαδικασία γιατί μια τέτοια Ιερή Εξέταση καταπατεί το Σύνταγμα».

Ανάμεσα σ' εκείνους που ανακάλεσαν, επειδή στο μεταξύ είχαν αποχωρήσει από το Κομμουνιστικό Κόμμα, απογοητευμένοι από τη στάση του, ήταν ο σκηνοθέτης Ηλίας Καζάν και ο παραγωγός Μπαντ Σούλμπεργκ και θεώρησαν, όπως υποστήριξαν, πως ήταν πατριωτικό να ξεσκεπάσουν τη συνωμοσία του, καταδίδοντας και ονόματα συντρόφων τους. Αν και ο Καζάν στην αυτοβιογραφία του «Μια ζωή» (1988) γράφει αρκετά συγκινητικά για την τραυματική επίδραση που είχε η κατάθεση του στην Επιτροπή, τόσο στη δική του ζωή όσο και στη ζωή των άλλων συναδέλφων του. Βέβαια, το 1951 τόσο η Επιτροπή όσο και το FΒΙ γνώριζαν πολύ καλά, και πολύ πριν ξεκινήσουν οι ανακρίσεις, τις πολιτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων του Χόλιγουντ κι όλων εκείνων που συμμετείχαν σε φιλειρηνικές και αντιφασιστικές οργανώσεις.

Η επιμονή να αναγκάσουν τους ανθρώπους του Χόλιγουντ να κατονομάσουν φίλους και συνεργάτες ως μετέχοντες σε αντιαμερικανικές πράξεις στόχευε σε λόγους εντυπωσιασμού, που δεν εξυπηρετούσε στην πραγματικότητα τίποτα το σημαντικό. Όπως πολύ χαρακτηριστικά ανέφερε ο μαυροπινακισμένος ηθοποιός Λάιονελ Στάντερ (ο ίδιος δεν έγινε ποτέ μέλος του Κ.Κ. γιατί θεωρούσε τον εαυτό του πολύ πιο αριστερά από το κόμμα), τους μόνους που γνώριζε ως «αντιαμερικανούς», οι οποίοι δρούσαν στο Χόλιγουντ, ήταν τα ίδια τα μέλη της επιτροπής του Μακάρθι.

Εκτός από τους Δέκα του Χόλιγουντ, και πολλές εκατοντάδες σκηνοθέτες, σεναριογράφοι, ηθοποιοί και τεχνικοί, διάσημοι και άσημοι, αρνήθηκαν να καταδώσουν ονόματα, καταστρέφοντας έτσι την καριέρα και το μέλλον τους. Φιλίες και γάμοι διαλύθηκαν, ορισμένοι μάλιστα οδηγήθηκαν στον θάνατο, όπως ο ηθοποιός Τζον Γκάρφιλντ. «Ο Μακαρθισμός», αναφέρει η κυνηγημένη από τον Μακαρθισμό ηθοποιός Μπέτσι Μπλερ στο βιβλίο της «the memory of all that», «είναι μια σκοτεινή στιγμή στην Ιστορία της Αμερικής. Ως χώρα επιβιώνουμε από τέτοια πράγματα, αλλά οι προσωπικές τραγωδίες είναι αμετάκλητες και δύσκολα συγχωρείς».

Ένας από τους πιο διάσημους σεναριογράφους που βρέθηκαν στο στόχαστρο της Επιτροπής ήταν και ο Αβραάμ Πολόνσκι, από τα πιο σημαντικά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος στον χώρο του κινηματογράφου. Ανάμεσα στα πιο γνωστά σενάρια του ήταν εκείνα των δύο αριστουργηματικών φιλμ νουάρ «Δάφνες στο ρινγκ» (1947), που σκηνοθέτησε ο Ρόμπερτ Ρόσεν και «Το μυστικό της παράνομης λέσχης»/«0 νόμος των γκάνγκστερ» (1948), που σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Πολόνσκι. Στο «Δάφνες στο ρινγκ» έχουμε τον αγώνα ενός από τις φτωχογειτονιές νεαρού, γιου μετανάστη, που προσπαθεί να φτιάξει μια καλύτερη ζωή μέσω του μποξ.

Κάποια στιγμή όμως, για προσωπικό κέρδος, θα γυρίσει την πλάτη στους ανθρώπους της εργατικής τάξης από την οποία προέρχεται, γεγονός που τον αποξενώνει από την κοινωνία. Με άλλα λόγια, έχουμε την επιδίωξη του αμερικανικού ονείρου σε βάρος των ηθικών αξιών αλλά και της συντροφικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία του φιλμ νουάρ, ο Πολόνσκι προχωρεί πολύ πιο πέρα και ξεπερνά τα όρια του είδους για να φτιάξει -χάρη και στη δυνατή σκηνοθεσία του Ρόσεν- μια ταινία με πλατιά κοινωνική απήχηση.

Ακόμη πιο ξεκάθαρος και καθοριστικός είναι ο Πολόνσκι στην ταινία «Το μυστικό της παράνομης λέσχης». Πρωταγωνιστής είναι ένας διεφθαρμένος δικηγόρος, μπλεγμένος στις κομπίνες στοιχημάτων. Ο Πολόνσκι βρίσκει την ευκαιρία να σκιαγραφήσει έναν κόσμο βουτηγμένο στη διαφθορά και το έγκλημα, έναν κόσμο χωρίς ηθικές αξίες, όπου το χρήμα αγοράζει και καθορίζει τα πάντα και τους πάντες, ενώ, παράλληλα μέσα από το μονοπώλιο των στοιχημάτων καυτηριάζει άλλα, πιο σημαντικά μονοπώλια (ανάμεσα τους κι εκείνο των στούντιο που έλεγχαν την παραγωγή και τη διανομή). Και στις δύο ταινίες πρωταγωνιστής ήταν ο εξαίρετος ηθοποιός Τζον Γκάρφιλντ, ο οποίος μαυροπινακίστηκε τόσο για τους ρόλους του αυτούς όσο και για την πολιτική του δράση. Κληθείς να καταθέσει ενώπιον της επιτροπής, ο Γκάρφιλντ δήλωσε ότι δεν ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και αρνήθηκε να καταδώσει ονόματα συντρόφων του. Κυνηγημένος, χωρίς δουλειά και, έχοντας χωρίσει από τη γυναίκα του, ο Γκάρφιλντ βρέθηκε νεκρός από ανακοπή καρδιάς, στις 21 Μαΐου 1952, σε διαμέρισμα φίλης του, μία μέρα μετά την κατάθεση του φίλου του, διάσημου θεατρικού συγγραφέα Κλίφορντ Οντετς («Περιμένοντας τον Λέφτι», 1935), ο οποίος επιβεβαίωνε στην επιτροπή πως ο Γκάρφιλντ δεν υπήρξε ποτέ μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες φαν, η μεγαλύτερη σε αριθμό φαν κηδεία που έγινε στο Χόλιγουντ έπειτα από εκείνη του Ροδόλφου Βαλεντίνο.

Στόχος της επιτροπής ήταν βέβαια και ο Πολόνσκι τόσο για τις ταινίες του αυτές όσο και για την όλη πολιτική δράση του, αν και οι φίλοι του, ανάμεσα τους και ο Γκάρφιλντ και ο σεναριογράφος Τζον Χάουορντ Λόσον, αρνήθηκαν στις δικές τους καταθέσεις να τον κατονομάσουν ως μέλος του Κ.Κ. Παρ' όλα αυτά, τον Απρίλιο του 1951 ο Πολόνσκι κλήθηκε από την Επιτροπή και, ενώ δέχτηκε να μιλήσει για τη δική του πολιτική δράση, αρνήθηκε να κατονομάσει συντρόφους του, με αποτέλεσμα να περάσει στη μαύρη λίστα.
Η μαύρη λίστα σήμαινε πως δεν έβρισκες πουθενά δουλειά, ακόμη και δουλειές που δεν είχαν σχέση με τον κινηματογράφο. Το FΒΙ επισκεπτόταν διάφορους ανθρώπους και τους συμβούλευε να μην προσλάβουν κανέναν μαυροπινακισμένο. Όπως ανέφερε αργότερα ο Πολόνσκι: «Αν κάποιος από μας μετακόμιζε σε διαμέρισμα, εμφανιζόταν το FΒΙ και μιλούσε στον θυρωρό ή κάποιον άλλο. Έτσι, ο ιδιοκτήτης τους έλεγε: «Ισως αυτός ο τύπος να είναι εγκληματίας, γι' αυτό καλύτερα να τον ξεφορτωθούμε. Εκείνοι τού έλεγαν: "Α, όχι δεν είναι εγκληματίας, αλλά θέλουμε να ξέρουμε ότι εξακολουθεί να ζει εδώ σε σας". Τότε ο ιδιοκτήτης καταλάβαινε πως κάτι το περίεργο συνέβαινε μ' αυτό τον τύπο και όλοι το μάθαιναν».

Σε κατοπινή συνέντευξη του στον δημοσιογράφο Βίκτορ Βαβάσκι, ο Πολόνσκι εξήγησε τα αισθήματα του για τους καταδότες, αισθήματα παρόμοια μ' εκείνα του Ζυλ Ντασσέν: «Θα ήθελα να φέρονταν καλύτερα, αλλά δεν είναι όλοι τους Αδόλφοι Χίτλερ. Ετσι είναι. Εγώ προσωπικά δεν θέλω να έχω καμιά σχέση μαζί τους. Εξάλλου βρισκόμουν πάνω σ' ένα πλοίο κι εκείνοι το εγκατέλειψαν και μας άφησαν να πνιγούμε. Στην πραγματικότητα, ο μόνος τρόπος για να φύγουν ήταν να μας πνίξουν. Αυτό είναι το περίεργο αίσθημα: δεν ήταν ότι απλώς πήραν τις σωσίβιες λέμβους από τον Τιτανικό, αλλά έβγαλαν και τις πρίζες».

Άλλος ένας μαυροπινακισμένος σεναριογράφος ήταν ο Μάικλ Γουίλσον, υπεύθυνος και για τα σενάρια των ταινιών «Μια υπέροχη ζωή» (1946) σε σκηνοθεσία Φρανκ Κόπρα και «Μια θέση στον ήλιο» (1951», σε σκηνοθεσία Τζορτζ Στίβενς. Η τελευταία μάλιστα αυτή ταινία τού χάρισε και το πρώτο του Οσκαρ. Αφ' ότου πέρασε στη μαύρη λίστα ο Γουίλσον, κατέφυγε στη Γαλλία, όπου συνεργάστηκε σε ευρωπαϊκές παραγωγές ενώ, το 1954 έγραψε το σενάριο της ανεξάρτητης ταινίας «Το αλάτι της γης» (1954), βασισμένο σε μια απεργία εργατών ψευδάργυρου στο Νέο Μεξικό. Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Χέρμπερτ Μπίμπερμαν και παραγωγός ο Πολ Τζάρικο, ακόμη δύο μαυροπινακισμένοι από την επιτροπή του Μακάρθι. Αργότερα η ταινία θα περιληφθεί στον κατάλογο των πιο «πολιτιστικά σημαντικών» ταινιών της Βιβλιοθήκης του Αμερικανικού Κογκρέσου, επιλεγμένες για φύλαξη στο National Film Registry, ενώ κόπια της φυλάσσεται και στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.

Ο Μάικλ Γουίλσον, όπως και άλλοι σεναριογράφοι, για να μπορέσει να συνεχίσει να εργάζεται, θα συνεργαστεί ανώνυμα ή με ψευδώνυμο σε μια σειρά αμερικανικές ταινίες, ανάμεσα τους: «Ο άνθρωπος δίχως όπλα» (1956, σε σκηνοθεσία Γουίλιαμ Γουάιλερ), «Η γέφυρα του ποταμού Κβάι» (1957, σκηνοθεσία Ντέιβιντ Λιν) και «Ο Λόρενς της Αραβίας» (1962, σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιν).Το σενάριο του για την ταινία «Ο άνθρωπος δίχως όπλα» ήταν υποψήφιο για Οσκαρ αλλά αποκλείστηκε επειδή το όνομα του δεν εμφανιζόταν στους τίτλους της ταινίας. Τελικά το όνομα του αφαιρέθηκε από τους τίτλους, με αποτέλεσμα η ταινία να είναι η μόνη στην ιστορία του Χόλιγουντ όπου το όνομα του σεναριογράφου δεν αναφέρεται. Ο Γουίλσον παρέμεινε με την οικογένεια του στη Γαλλία για εννιά χρόνια. Στην Αμερική επέστρεψε το 1964, όπου άρχισε να ξαναγράφει σενάρια με το όνομα του, ανάμεσα τους και τις ταινίες «Πύργος στην άμμο» (1965, σκην: Βινσέντε Μινέλι), «Ο πλανήτης των πιθηκανθρώπων» (1968, σκηνοθεσία Φράνκλιν Σάφνερ) και «Τσε, ο μεγάλος επαναστάτης» ( 1969, σκηνοθεσία Ρίτσαρντ Φλάισερ). Το 1984, μεταθανάτια, ο Γουίλσον τιμήθηκε με το δεύτερο Οσκαρ του για το σενάριο της ταινίας «Η γέφυρα του ποταμού Κβάι». Εντύπωση προκάλεσε η βράβευση του Ντάλτον Τράμπο, που το 1956, με το ψευδώνυμο Ρόμπερτ Ριτς, κέρδισε το Οσκαρ σεναρίου για την ταινία «Ο ατρόμητος» (σκηνοθεσία Ερβινγκ Ράπερ), βραβείο που δεν μπόρεσε να παραλάβει. Είναι τελικά το 1960 όταν ο Τράμπο μπόρεσε για πρώτη φορά να χρησιμοποιήσει το πραγματικό του όνομα στην ταινία «Εξοδος» κι αυτό χάρη στον σκηνοθέτη Οτο Πρέμινγκερ, που τόλμησε να παραβιάσει επίσημα τη μαύρη λίστα.
Η μαύρη λίστα συμπεριελάμβανε όχι μόνο κομμουνιστές αλλά και προοδευτικούς ηθοποιούς, όπως ο Σαμ Τζάφι, υποψήφιος για Οσκαρ για την ταινία «Η ζούγκλα της ασφάλτου» (1950, σκηνοθεσία Τζον Χιούστον), που μαυροπινακίστηκε όταν αρνήθηκε να συνεργαστεί με την επιτροπή. Χωρίς δουλειά, ο Τζάφι αναγκάστηκε να στραφεί στη διδασκαλία των μαθηματικών σε γυμνάσιο. Ακόμη, η ηθοποιός Αι Γκραντ, υποψήφια για Οσκαρ για τον ρόλο της στην ταινία «Αστυνομική ιστορία» (1951, σκηνοθεσία Γουίλιαμ Γουάιλερ), μπήκε στη μαύρη λίστα επειδή αρνήθηκε να καταθέσει ενάντια στον πρώτο της σύζυγο, τον σεναριογράφο Αρνολντ Μάνοφ. Όταν αργότερα η Αι Γκραντ επέστρεψε στο Χόλιγουντ, κέρδισε δύο Οσκαρ, ένα για β' ρόλο στην ταινία «Σαμπουάν» (1975) κι ένα για τη σκηνοθεσία ενός ντοκιμαντέρ. Ένας από τους πιο δραστήριους καλλιτέχνες ήταν ο Λάιονελ Στάντερ, πρωταγωνιστής σε διάφορές κωμωδίες των δεκαετιών του '30 και '40, που έπαιρνε μέρος σε διάφορες εργατικές διαδηλώσεις και αντιφασιστικές εκδηλώσεις. Οταν μαυροπινακίστηκε, ο Στάντερ βρήκε δουλειά στο χρηματιστήριο της Γουόλ Στριτ, προτού τελικά επιστρέψει στον κινηματογράφο, για να παίξει σε μερικές σημαντικές ταινίες, αρχικά στην Ευρώπη και από τη δεκαετία του '70 και στην Αμερική: «Η νύχτα των δολοφόνων» (1966, σκηνοθεσία Ρόμαν Πολάνσκι), «Κάποτε στη Δύση» (1968, σκηνοθεσία Σέρτζιο Λεόνε), «Το πέρασμα της Κασσάνδρας» (1976, σκηνοθεσία Τζορτζ Παν Κοσμάτος), «Νέα Υόρκη, Νέα Υόρκη», 1977, σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε), «1941» (1979, σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ) κ.ά.

Άλλος ένας ηθοποιός που ταλαιπωρήθηκε από την επιτροπή του Μακάρθι ήταν ο κωμικός Ζερό Μόστελ. Το 1952 ο σεναριογράφος Μάρτιν Μπέρκλεϊ (περιβόητος ως ο άνθρωπος που κατέδωσε τα περισσότερα ονόματα στην HUAC, καταστρέφοντας την καριέρα 160 ηθοποιών, σκηνοθετών και σεναριογράφων) κατονόμασε τον Ζερό Μόστελ ως μέλος του Κ.Κ., με αποτέλεσμα να βρεθεί χωρίς δουλειά πολύ πριν η Επιτροπή καλέσει τον ίδιο να καταθέσει, πράγμα που έγινε τον Αύγουστο του 1955. Ο Μόστελ, επειδή δεν είχε χρήματα να αναθέσει την υπόθεση του σε δικηγόρο, ανέλαβε ο ίδιος την υπεράσπιση του και βρήκε την ευκαιρία να στήσει ένα ολόκληρο σόου μπροστά στην επιτροπή.
Μόλις ο πρόεδρος της επιτροπής τον ρώτησε αν είναι ή αν υπήρξε ποτέ μέλος του Κ.Κ., ο κωμικός πετάχτηκε πάνω ρίχνοντας το μικρόφωνο στο πάτωμα και άρπαξε από τον λαιμό τον δικηγόρο της Επιτροπής HUAC, φωνάζοντας: «Αυτός ο άνθρωπος με αποκάλεσε κομμουνιστή! Βγάλτε τον έξω! Με ρώτησε αν είμαι κομμουνιστής! Βγάλτε τον έξω!». Παρ' όλο που τα μέλη της επιτροπής έσκασαν στα γέλια και διασκέδασαν για περίπου 20 λεπτά με τη στάση και τις απαντήσεις του Μόστελ, τελικά, όταν ο ηθοποιός επικαλέστηκε την Πέμπτη Τροπολογία, η επιτροπή διέκοψε την ανάκριση της. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολα για τον Μόστελ, μέχρι που το 1957 ο θεατρικός πράκτορας και αντίθετος προς τη μαύρη λίστα Τόμπι Κόουλ κατάφερε να του δοθεί ο ρόλος του Λέοπολντ Μπλουμ στο θεατρικό έργο «Ulysses in Nighttown», βασισμένο στο μυθιστόρημα του Τζέιμς Τζόις «Οδυσσέας». Παρ' όλο που το έργο ανέβηκε σε περιθωριακό του Μπρόντγουεϊ θέατρο, οι κριτικές ήταν τόσο ευνοϊκές (ο κριτικός του «Newsweek τον συνέκρινε με τον Λόρενς Ολίβιε) που ο Μόστελ κέρδισε το βραβείο «Ομπι» για off-Broadway ερμηνεία, γεγονός που έδωσε νέα ώθηση στην καριέρα του σε μια περίοδο που ήδη ο Μακαρθισμός είχε αρχίζει να ξεφτίζει.
Στις «ακροάσεις» της επιτροπής υπήρχαν και οι φίλιοι μάρτυρες, παραγωγοί, ηθοποιοί και άλλοι, δεξιοί αλλά και ορισμένοι άλλοι, φοβισμένοι επειδή κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά τους, που κατέδιδαν ονόματα υποτιθέμενων κομμουνιστών, συχνά επειδή συμμετείχαν είτε σε ομάδες ή φιλειρηνικές ή αντιφασιστικές επιτροπές (στην περίοδο βασικά του πολέμου) είτε σε ταινίες φιλοσοβιετικές, γυρισμένες στη διάρκεια του πολέμου, στο πνεύμα που κυριαρχούσε τότε στο Χόλιγουντ αλλά και γενικά στην αμερικανική κυβέρνηση, μια και η Σοβιετική Ενωση ήταν σύμμαχος της Αμερικής. Ανάμεσα τους και διάσημοι ηθοποιοί, όπως οι Γκάρι Κούπερ, Ρόμπερτ Τέιλορ, Ρόναλντ Ρέιγκαν, Αντολφ Μέντζιου και άλλοι.
Ο Γκάρι Κούπερ, που κλήθηκε ως φίλιος μάρτυρας να καταθέσει, σε ερώτηση του προέδρου της Επιτροπής αν πίστευε ότι το Κογκρέσο έπρεπε να περάσει νόμο για να θέσει εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, απάντησε: «Πιστεύω πως θα ήταν καλή ιδέα, δεν ξέρω, δεν έχω διαβάσει ποτέ τον Καρλ Μαρξ και δεν γνωρίζω τη βάση του κομμουνισμού, πέρα από αυτά που έχω ακούσει από διαδόσεις - και από αυτά που έχω ακούσει, δεν μου αρέσουν επειδή δεν είναι έντιμα». Ενώ άλλος ένας διάσημος τότε ηθοποιός, ο Ρόμπερτ Τέιλορ, σε ερώτηση του προέδρου αν θυμάται κάποια ονόματα ανθρώπων που είχαν πάρει μέρος σε τέτοιες (κομμουνιστικές ή φιλοκομμουνιστικές, όπως εννοούσε) συναντήσεις του σωματείου των ηθοποιών, απάντησε: «Αυτός που έχω στον νου μου πρόσφατα είναι ο κύριος Χάουορντ ντα Σίλβα, ο οποίος έχει πάντα κάτι να πει τη λάθος στιγμή. Και η Κάρεν Μόρλεϊ εμφανίζεται συχνά σε τέτοιες συναντήσεις του σωματείου». Με αποτέλεσμα, τόσο ο Ντα Σίλβα όσο και η Μόρλεϊ να μαυροπινακιστούν και να βρεθούν χωρίς δουλειά.
«Οι ακροάσεις της επιτροπής για το Χόλιγουντ είχε καθάρματα, εκείνους που πρόδωσαν τους πρώην συναδέλφους τους», γράφει η κυνηγημένη από τον Μακάρθι ηθοποιός Μπέτσι Μπλερ στο βιβλίο της «the memory of all that», προσθέτοντας: «Είχε και ήρωες -τους Δέκα του Χόλιγουντ. Μας εξιλέωσαν στα μάτια ολόκληρου του κόσμου χάρη στην άρνηση τους να υποχωρήσουν και στην πίστη τους στο αμερικανικό Σύνταγμα. Πήγαν φυλακή για ένα χρόνο για προσβολή του Κογκρέσου αλλά επιβίωσαν ως αληθινοί άντρες, τουλάχιστον οι εννιά απ' αυτούς. Ο ένας, ο Εντουαρντ Ντμίτρικ, αποκήρυξε τις πεποιθήσεις του, βγήκε νωρίς από τη φυλακή και αμέσως υπέγραψε συμβόλαιο για να γυρίσει ταινία».
Οι ανακρίσεις αυτές είχαν επίδραση και στην παραγωγή. Εργάτες στα στούντιο σε όλα τα επίπεδα -από σεναριογράφους και σκηνοθέτες μέχρι ηθοποιούς και τεχνικούς- είχαν απολυθεί, πράγμα που σίγουρα δυσκόλευε την όλη διαδικασία ενώ, πράγμα που ήταν και το πιο σημαντικό, άρχιζε να αλλάζει και η θεματική των ταινιών. Οι τράπεζες άρχισαν να ελέγχουν και να περιορίζουν τη συμμετοχή τους στις παραγωγές, που συνεχώς γίνονταν ολοένα και πιο συντηρητικές, ενώ τα κοινωνικά θέματα άρχισαν να περιορίζονται ή να διαστρεβλώνονται έτσι που να υπηρετούν την επίσημη προπαγάνδα. Ανάμεσα στα 1947 και 1954 γυρίστηκαν στο Χόλιγουντ περίπου 40 προπαγανδιστικές αντικομμουνιστικές ταινίες, έστω κι αν καμιά τους δεν είχε επιτυχία στο μποξ-όφις: «Κεραυνός στη Χαβάη» (1952) με τον Τζον Γουέιν, «Η κόκκινη απειλή» (1949), «Οπαδοί του ολέθρου» (1949), «Εζησα τρεις ζωές» (1951), η οποία προτάθηκε για Οσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ το 1951 και στη συνέχεια μετατράπηκε σε ραδιοφωνική σειρά. Αξίζει να σημειώσω πως η μόνη εταιρεία που δεν γύρισε τέτοιες ταινίες ήταν η Universal International Pictures.
Ανάμεσα στους πιο γνωστούς καλλιτέχνες του Χόλιγουντ που προτίμησαν να εγκαταλείψουν την Αμερική παρά να παραμείνουν και να κληθούν από την επιτροπή του Μακάρθι ήταν και ο Τσάρλι Τσάπλιν. Απογοητευμένος από όσα συνέβαιναν στη «χώρα της Ελευθερίας» και τις συνεχείς, άδικες επιθέσεις εναντίον του από τον κίτρινο Τύπο, μετά την καυστική σατιρική ταινία του «Ο κύριος Βερντού» (1947), ο Τσάπλιν έφυγε για την Ευρώπη και δεν του επετράπη να επιστρέψει μέχρι το 1972, όταν το Χόλιγουντ τον τίμησε με το Οσκαρ για το σύνολο του έργου του. Στην Ευρώπη θα γυρίσει και την ταινία «Ενας βασιλιάς στη Νέα Υόρκη» (1957), όπου βρήκε την ευκαιρία να καυτηριάσει τον Μακαρθισμό και τις «δίκες» του Χόλιγουντ.
Στην Ευρώπη κατέφυγαν και άλλοι προοδευτικοί σκηνοθέτες, όπως ο Ζυλ Ντασσέν, ο Τζόζεφ Λόουζι και ο Τζον Μπέρι. Στην αρχή στη Γαλλία, όπου γύρισε και τη μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του «Ριφιφί» (1955) και στη συνέχεια στην Ελλάδα, όπου θα παντρευτεί τη Μελίνα Μερκούρη και θα γυρίσει μαζί της πολλές ταινίες («Ποτέ την Κυριακή», 1960, «Φαίδρα», 1962, «Τοπ Καπί», 1964 κ.ά.). Ο Τζόζεφ Λόουζι θα εγκατασταθεί στην Αγγλία, όπου θα γυρίσει μερικές από τις πιο σημαντικές ταινίες του: «Το άλλοθι της τελευταίας ώρας» (1957), «Το κάθαρμα του Λονδίνου» (1960), «Ο υπηρέτης» ( 1963), «Σταυροί στα χαρακώματα» (1964), «Το τρίγωνο των αμαρτωλών» (1967), «Ο μεσάζων» ( 1971), «Μίστερ Κλαιν» (1976) κ.ά. Στη Γαλλία θα καταφύγει και ο Τζον Μπέρι, μετά τον μαυροπινακισμό του, εξαιτίας του ντοκιμαντέρ «Οι Δέκα του Χόλιγουντ» (1950). Εκεί αρχικά θα γυρίσει αρκετές ταινίες (τις πρώτες χωρίς το πραγματικό του όνομα), ανάμεσα τους και τις «Δον Ζουάν» (1956), «Ταμάγκο» (1958), «Στον ίλιγγο της ασφάλτου» (1968), κ.ά.
Τον Μακαρθισμό υποστήριζαν διάφορες ισχυρές πολιτικά ακροδεξιές και αντικομμουνιστικές ομάδες, ανάμεσα τους και η περιβόητη Αμερικανική Λεγεώνα, καθώς και όσοι αντετίθεντο στον διεθνισμό, στα Ηνωμένα Εθνη και στο New Deal του προέδρου Ρούζβελτ, όπως και ορισμένοι γυναικείοι οργανισμοί, τους οποίους οργάνωναν χιλιάδες νοικοκυρές σε ομάδες μελέτης και πατριωτικές λέσχες, με στόχο να εξακριβώνουν και να εξαλείφουν ό,τι θεωρούσαν ανατρεπτικό. Σταδιακά όμως η δημοτικότητα του Μακάρθι άρχισε να πέφτει. Στην αρχή τον κατήγγειλαν για ομοφυλοφιλικές σχέσεις που διατηρούσε στον Λευκό Οίκο και ο ίδιος είχε δηλώσει πως θα κατέφευγε στα δικαστήρια, τελικά όμως πείστηκε από τους δικηγόρους του να μην προχωρήσει γιατί θα αναγκαζόταν να δώσει κατάθεση και να αποκαλύψει τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Τελικά, η επίθεση του Μακάρθι ενάντια στο στράτευμα, ιδιαίτερα με τις τηλεοπτικές μεταδόσεις των ακροάσεων της επιτροπής του, μαζί με τις τρεις εκπομπές του δημοσιογράφου και αναλυτή του καναλιού CBS, Εντουαρντ Ρ. Μάροου, που ξεσκέπασαν τις αντιδημοκρατικές μεθόδους του, οδήγησαν στην τελική πτώση του, ενώ μια εφημερίδα έγραφε χαρακτηριστικά: «Σ' αυτή τη μακρά, εξευτελιστική παρωδία της δημοκρατικής διαδικασίας, ο Μακάρθι έδειξε να είναι διαβολικός και απαράμιλλος σε κακία». Στα χρόνια που θ' ακολουθήσουν ο Μακάρθι θα το ρίξει στο πιοτό και θα πεθάνει, αλκοολικός, στις 2 Μαΐου του 1957.
Αλλά και η μοίρα του προηγούμενου προέδρου της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών, του ακροδεξιού δικηγόρου και πολιτικού Τζέι Παρνέλ Τόμας, δεν ήταν καλύτερη. Λίγο μετά τις πρώτες ακροάσεις, κατηγορούμενος για διαφθορά, όταν κλήθηκε να απολογηθεί, σε μια ειρωνική στροφή της τύχης, ο Παρνέλ Τόμας αρνήθηκε να απαντήσει, επικαλούμενος, όπως και παλιότερα εκείνοι τους οποίους κατηγορούσε, την Πέμπτη Τροπολογία του Συντάγματος. Ο Τόμας καταδικάστηκε για απάτη και δίμηνη φυλάκιση, ενώ, σε δεύτερη ειρωνική στροφή της τύχης, βρέθηκε στην ίδια φυλακή μαζί με τους σεναριογράφους Λέστερ Κόουλ και Ρινγκ Λάρντνερ, της ομάδας των Δέκα του Χόλιγουντ, που ο ίδιος είχε στείλει στη φυλακή!
Μετά τη γελοιοποίηση του γερουσιαστή Μακάρθι, το κύρος της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών άρχισε σταδιακά, προς τα τέλη της δεκαετίας του '50, να φθίνει, για να γίνει στη συνέχεια στόχος σάτιρας από τους πολιτικούς γελοιογράφους αλλά και επίθεσης από τη νέα γενιά των Αμερικανών ακτιβιστών. Το 1959, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Τρούμαν, κατήγγειλε τη HUAC ως «το πιο αντιαμερικανικό πράγμα σήμερα στη χώρα». Ενώ, στα χρόνια που θ' ακολουθήσουν, το Χόλιγουντ θα καυτηριάσει την περίοδο σε μια σειρά ενδιαφέρουσες ταινίες: «Τα καλύτερα μας χρόνια» (1973), «Η βιτρίνα» (1976), με τον Γούντι Αλεν και τον Ζερό Μόστελ, «Ανθρωποκυνηγητό» (1976), «Ενοχος χωρίς αποδείξεις» (1990), «Τσάπλιν» (1992), «Η αντιπρόεδρος» (2000), «Ο Παράδεισος είναι μακριά» (2002), «Καληνύχτα και καλή τύχη» (2005) και «Τζούλι & Τζούλια» (2009).
«Η παράνοια αναπαράγει την παράνοια, πίσω όμως από την παράνοια ξεχειλίζει μια ανεπιθύμητη αλήθεια, τόσο αποκρουστική ώστε να δημιουργεί φαντασιώσεις καταδίωξης για να καλύψει την ύπαρξη της...», έγραφε σε κείμενο του ο Αρθουρ Μίλερ, με αφορμή την απονομή του Ειδικού Οσκαρ στον Ηλία Καζάν. Και συνέχιζε: «Παρ' όλο που πέρασε μισός αιώνας από την κατάθεση του, ο Καζάν κουβαλούσε όλο το βάρος της περιόδου λες και είχε κατασκευάσει ο ίδιος τις φρίκες της, ενώ στην πραγματικότητα ήταν το θύμα της». Ακριβώς θύματα της μαύρης αυτής περιόδου ήταν όλοι οι άνθρωποι του Χόλιγουντ, τόσο οι φίλιοι μάρτυρες που κατέδωσαν συντρόφους και συνεργάτες όσο και οι εχθρικοί μάρτυρες που αντιστάθηκαν στην επιτροπή και βρέθηκαν χωρίς δουλειά. Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε και ο μαυροπινακισμένος Ντάλτον Τράμπο: «Είμαστε όλοι θύματα».
- See more at: http://gfragoulis.blogspot.gr/2014/03/holywood.html#sthash.w943eV5U.dpuf

Σχετικά Κείμενα

27/4/1941: Οι γερμανοί στην Αθήνα - Ομιλία του Κωνσταντίνου Σταυρόπουλου στο Ράδιο

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι… Έλληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμ…

Οι μάζες φοβούνται τη λευτεριά.

Τετάρτη, 10 Αύγουστου 2016

[...] Οι μάζες φοβούνται τη λευτεριά. Απεγνωσμένα ψάχνουν (όταν όλα έχουν καταρρεύσει) για έναν καινούργιο θεό ή τον εκπρόσωπό του που θα τους την στε…

Άλλα Κείμενα

Η θεωρία της αντιστροφής της πραγματικότητας

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Σκεφτείτε το παρακάτω περιστατικό. Ένας άνθρωπος πέφτει θύμα ληστείας σε κάποιο απόμερο σημείο της πόλης. Ο ληστής, για λόγους που δε μας απασχολούν, …

Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι απλώς μια τραγωδία. Είναι ένα ψέμα.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Μια ιστορική προδοσία έχει καταστρέψει την Ελλάδα. Παραβλέποντας το μήνυμα του ελληνικού εκλογικού σώματος, η κυβέρνηση ΣυΡιζΑ αγνόησε εσκεμμένα το κα…

Ένα γράμμα του Ουμπέρτο Έκο στον εγγονό του

Σάββατο, 19 Μάρτίου 2016

Καλλιέργησε τη μνήμη σου και θα ζήσεις χίλιες ζωές Το ιταλικό περιοδικό «L’ Espresso» ζήτησε από δεκατέσσερις προσωπικότητες του πνεύματος να γρά…